Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε στεφανιαία αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent, ο συνδυασμός rivaroxaban και κλοπιδογρέλης με ή χωρίς ασπιρίνη είναι πιο ασφαλής από τον συνδυασμό βαρφαρίνης, κλοπιδογρέλης και ασπιρίνης.

Κατηγορίες: Newsletter

Εισαγωγή

Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε στεφανιαία αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent, συνιστάται συνδυασμός βαρφαρίνης, κλοπιδογρέλης και ασπιρίνης, ο οποίος όμως αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο αιμορραγίας. Δεν έχει διευκρινιστεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των νεότερων αντιπηκτικών στους ασθενείς αυτούς.

Σύνοψη μελέτης

Στην παρούσα μελέτη (μελέτη PIONEER AF-PCI), 2.124 ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή μη βαλβιδικής αιτιολογίας που υποβλήθηκαν σε στεφανιαία αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν βαρφαρίνη, κλοπιδογρέλη και ασπιρίνη για 1, 6 ή 12 μήνες ή rivaroxaban 15 mg ημερησίως και κλοπιδογρέλη για 12 μήνες ή rivaroxaban 2,5 mg δις ημερησίως, κλοπιδογρέλη και ασπιρίνη για 1, 6 ή 12 μήνες. Η συχνότητα εμφάνισης μειζόνων αιμορραγιών ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες που έλαβαν rivaroxaban (16,8% με τα 15 mg και 18,7% με τα 2,5 mg) και μεγαλύτερη στην ομάδα που έλαβε βαρφαρίνη (26,7%). Η συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων ήταν παρόμοια στις 3 ομάδες (6,5%, 5,6% και 6,0% αντίστοιχα).

Σχόλιο

Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή που υποβάλλονται σε στεφανιαία αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent, ο συνδυασμός rivaroxaban 15 mg ημερησίως με κλοπιδογρέλη και ο συνδυασμός rivaroxaban 2,5 mg δις ημερησίως με κλοπιδογρέλη και ασπιρίνη είναι πιο ασφαλείς από τον κλασικό συνδυασμό βαρφαρίνης, κλοπιδογρέλης και ασπιρίνης. Ωστόσο, η παρούσα μελέτη δεν είχε τη στατιστική ισχύ να συγκρίνει την αποτελεσματικότητα των 3 συνδυασμών και παραμένει αμφίβολο αν είναι εξίσου αποτελεσματικοί στην πρόληψη των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε αυτούς τους υψηλού κινδύνου ασθενείς.

Βιβλιογραφία

Gibson CM, Mehran R, Bode C, et al. Prevention of Bleeding in Patients with Atrial Fibrillation Undergoing PCI. N Engl J Med 2016;375:2423-2434.

Για να διαβάσετε το άρθρο στο PubMed, κάνετε click εδώ